βιόπλαγκτος

βῐό-πλαγκτος, ον, = sq.,
A

τύχη Nonn. D.3.356

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιόπλαγκτος — βιόπλαγκτος, ον (Α) ο βιοπλανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίος + (ρηματικό επίθ.) πλαγκτός < πλάζω «κάνω κάποιον να περιπλανιέται»] …   Dictionary of Greek

  • βιοπλάγκτοιο — βιόπλαγκτος masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βι(ο)- — α συνθετικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < βίος. Χρησιμοποιείται ως α συνθετικό σε πολλές λέξεις της Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής και δηλώνει ότι το β συνθετικό έχει σχέση με τη ζωή ή τα έμβια όντα. Πρβλ. βιολόγος, βιομήχανος αρχ. βιαρκής, βιοδότης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.